ΝΑΤΑΣΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ

Σα βγεις στον πηγαιμό για το κτηματολόγιο…

(Green Onions, Booker T & the Mgs)

Γραφεία Κτηματογράφησης-Σύνταγμα. Ώρα 16:20 μ.μ. Αποχαιρέτησα τους δικούς μου, πήρα ένα κιλό έγγραφα και ξηρά τροφή (της γάτας). Έφυγα δακρύζοντας. Η μπέιμπυ-σίττερ με ρώτησε “Να σας περιμένουμε;” “Όχι, φάτε… (δάκρυ) θα δω τι θα κάνω…” Χωρίς να ρίξω άλλη ματιά, πήγα γρήγορα στο ασανσέρ. Πήρα το μετρό και έφτασα στο Γραφείο Κτηματογράφησης. Εκεί απ’ όπου αρχίζει η ιστορία μας, μετά το σύντομο φλας-μπακ.

Βλέπω δύο ουρές και μια αίθουσα με πολύ κόσμο. Στέκομαι ανάμεσα στις δύο ουρές ρωτώντας: “από δω πού πάνε;” (κρεματόρια ή στην ορχήστρα του στρατοπέδου;) “Λάθος στέκεσαι αδέρφι!” φωνάζουν οι υπόλοιποι, “στην αίθουσα να πας!” (στην Κομμαντατούρα). Από πού παίρνουν νούμερο για την ουρά; (που ήταν σαν του δράκου, την Κινέζικη πρωτοχρονιά). “Εγώ δίνω, εγώ!” φωναξε ένα καλόπαιδο χαρούμενο, (μίλαγε τα γερμανικά και την είχε γλυτώσει προσωρινά), δίπλα στην πόρτα. Πήρα το χαρτάκι, το κοιτάω και μου ‘ρθε το πλάγιο: 2451. Ποιόν αριθιμό κάνουνε τώρα; 1610. Ζντουπ!

Μην ανησυχείτε κυρία, μου λέει ο χαρούμενος, κάνουν 150 νούμερα την ώρα. Του λέω, παιδί μου καλό, τα 800 νούμερα που χωρίζουν εμένα απ’ τον υπάλληλο, πόσες ώρες θέλουν, για κάνε τη διαίρεση… Διάβασα, όσο δεν έχω διαβάσει το τελευταίο εξάμηνο. Έκανα εργασίες, κράτησα σημειώσεις, τελείωσα ένα βιβλίο, ένα πουλόβερ, κέντησα μια ταπισερί Μεσαιωνικών διαστάσεων, πήρα τα περιοδικά απ’ τους διπλανούς που τακιμιάσαμε πια, κουβέντιασα, πήρα καφέ, και στο τέλος μαράθηκα απ’ τη νύστα. Κατά τις δέκα ήρθε η σειρά μου. Δε θυμόμουν πια γιατί είχα πάει, τι λέγανε τα συμβόλαια, κι έπεσα και στον σπιριτόζο του κτηματολογίου.

Έβλεπα στις τηλεοπτικές σειρές που ο χειρουργός ας πούμε, είναι καραμπρατσωμένος, και έλεγα κλισέ του Χόλυγουντ. Ο δικηγόρος όμως που έπαιρνε τα χαρτιά, είχε μούσκουλο που τσαλάκωνε το μανίκι και γύρναγε από μόνο του να γίνει κοντομάνικο. Κάθομαι απέναντι, μου λέει, τα βλέπω. Δικαίωμα, του λέω. Βγάνω τα χαρτιά, μου λέει: απόδειξη πληρωμής. Την έχω. Αίτηση. Την έχω. Δήλωση. Την έχω. Πάσσο μου λέει. Λέω μπλοφάρει και θα μου την ανάψει. Πάσο, λέω κι εγώ. Χαμογελάει σαδιστικά και μου λέει. Η αποθήκη πού είναι; Νάτη του λέω. Δεν την βλέπω μου λέει. Εγώ τη βλέπω του λέω. Χωριστή ή παρακολούθημα; Εσύ πώς την κόβεις του λέω, ό,τι πλέρωσα, αυτό είναι. Μου λέει, είναι αργά και πρέπει να πάμε σπίτια μας, πείτε μου (με το καλό), να τελειώνουμε. Του λέω: “τώρα μου το λες να πάμε σπίτια μας; Το αυτό και δι’ ημάς.” (Ατσαλάκωτος ο τύπος, ξυνόταν επί ώρες, την έπεφτε ταυτοχρόνως και στη γκόμενα δίπλα). Μου λέει, δεν τα έχετε συμπληρώσει σωστά, πάτε φτιάξτε τα και ξαναλάτε όταν τα συμπληρώσετε όπως πρέπει. Υπονοώντας ένα μήνα, μια βδομάδα, μπορεί και πέντε λεπτά.

Του λέω, “να σου πω, έδωσα πεντέμισυ ώρες από τη ζωή μου σ’ αυτή τη γελοιότητα.” “Ναι” μου λέει, “αλλά αργείτε”. Του λέω: και θα αργήσω κι άλλο, γιατί δεν έχω ταλέντο στη συμπλήρωση αιτήσεων και χαρτιών. Πες μου πού στο διάλο να το γράψω αυτό που θες ή γράψ’ το εσύ, γιατί, όπως έδωσα 5,5 ώρες στο κτηματολόγιο, δεν το ‘χω σε τίποτα να καθήσω εδώ μέχρι να μου δώσει και το κτηματολόγιο κάτι από την ώρα του. (Τα ρέστα μου, μαλάκα!) Και ξαφνικά τα συμπλήρωσε μια χαρά, και ξαφνικά δεν ήταν και τόσο λάθος όπως τα είχα συμπληρώσει…Μετά περιμέναμε όρθιοι σαν αλόγατα κανά μισάωρο να πάρουμε βίζα, σόρρυ, να πάρουμε απόδειξη, και μετά φύγαμε αλλοπαρμένοι. Μισό ταξίδι προς Σιγκαπούρη έκανα παραμένοντας στο ωραίο Κτηματολόγιο. Απ’ το καθισιό κοντέψαμε να πάθουμε κράμπες σαν να είμαστε στην οικονομική θέση υπερατλαντικών πτήσεων…