ΝΑΤΑΣΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ
Στο Μ.Ν.Ι.Τ.Σ.
(Mother where is my father, David Peel & the Lower East Side)

-Να πάτε να κάνετε ακτινογραφία, και θα τα πούμε μετά.

-Εντάξει γιατρέ μου, δεν αργώ (χαχα) θα σας δω σε λίγο (χαχαχα).
-Από πού πάω για το ακτινολογικό;
-Στον πρώτο και μετά αριστερά, θα δείτε τις πινακίδες.
-Ευχαριστώ.

Ακολουθώ το ρεύμα, που ανεβαίνει με πάνινα τσαντάκια με τις φίρμες των φαρμακείων. Δεν ξέρω ακόμη, ότι λίγη ώρα αργότερα θα διάβαζα, για να περάσει η ώρα, όσες ετικέτες περισσότερες μπορούσα: Φαρμακείο Παπακυριάκη-Νέα Σμύρνη. Φαρμακείο Τσιτσογιάννη Μεταμόρφωση. Φαρμακείο Ποντικομούρη, Νέα Φιλαδέλφεια (πεινάω, αλλά δεν αφήνω το πόστο μου, αρχίζω και ονειρεύομαι όρθια απ’ τη ζέστη και την αναμονή.) Ανεβαίνω στον πρώτο, ακολουθώ τις πινακίδες, βγαίνω σ’ ένα ξέφωτο, περνάω το γκισέ με τις δύο ουρές (κάτι σαν νοσοκομειακή παραλλαγή της γάτας με τις εννιά ουρές και φυσικά του Σατανά που κυβερνάει όλες τις ουρές του πλανήτη δίνοντας μια πρόγευση απ’ το κολαστήριο). Νιώθω μάτια να μ’ ακολουθούν, αρχίζω και νιώθω μια μικρή παράνοια, μου φαίνεται ότι τα μάτια δείχνουν πρώτα έχθρα και μετα μιαν απρόσμενη ειρωνία…Δε δίνω σημασία (κακώς) και στρίβω δεξιά σκεπτόμενη μερικά καλά λόγια για το Ε.Σ.Υ. που εχει διώξει τις ουρές…Πάω και λέω “έχω έρθει για μια ακτινογ…” “Παραπεμπτικό έχετε;” “Θα πληρώσω μετά”, λέω η γενναιόδωρη. “Ναι, σας εξηγώ,” (όχι δε μου εξηγεί, μου λέει, διότι μόλις αρχίσαμε τη συζήτηση, πότε πρόλαβε να μου εξηγήσει…; Και μου τα λέει δυ-να-τά και κα- θα-ρά ‘οπως στα παππούδια.) “Σας εξηγώ κυρία μου,” (κερί και λιβάνι) “ότι χρειαζεστε παραπεμπτικό.” Οι λέξεις σαν πολυβόλο σε ταινία με τον Πρέκα μου επαναφέρουν μνήμες, και, όπως σε ταινία με τον Πρέκα, θυμάμαι…θυμάμαι…θυμάμαι ουρές και πτέρυγες, χαρτιά ροζ και άσπρα, και “από δω όχι σ’ εκείνη την ουρά, εδώ ελάτε”, και με πιάνει απορπισία. Δε θέλω να το περάσω αυτό, ανθρώπινη αντίδραση η αποφυγή του πόνου, και κάνω το κορόϊδο: “Πώς ειπατέ;” “Είπα κυρία μου, θα πάτε έξω..” “‘Οταν λέτε έξω;” “Εκεί στο γκισέ, θα πάρετε παραπεμπτικό και θα ξανάρθετε… Ο επόμενος!” Θέλω να φωνάξω, να χαστουκίσω, να πω ακατάληπτες φράσεις “αγκνιαγκνιαγκνιασουγ@..σωθειάσουοΔίαςσταδι@λ@” και άλλα πολλά, αλλά στρίβω και πάω στο γκισέ. Στήνομαι μουτρωμένη στη μια ουρά, και ένα λαδικό μου λέει: “στρατιωτικός;” Δεν απαντάω, θεωρώντας ότι κάποια βρίσκεται σε παραλήρημα. Κοιτάζω αγέρωχα μπροστά. “Στρατιωτικός;” ξαναρωτάει η μαντάμ και μαζί της ακούγονται κι άλλες φωνές να ρωτάνε το ίδιο ακατάληπτο πράγμα.

Λέω μέσα μου, σκουπίζοντας ένα δάκρυ συναισθηματικής φόρτισης, “Μα τι τους δίνουν πρωι-πρωί;” και κοιτάζω αγέρωχα εμπρός. Ένα χέρι με σπρώχνει απ’ το μανίκι: “Εδώ εξυπηρετεί στρατιωτικούς. Για τους άλλους ασφαλισμένους η δίπλα ουρά…” Με κοιτάζει εξεταστικά το αιωνόβιο δέντρο, να δει την αντίδραση της νέας γενιάς στα εντυπωσιακά νέα. Μαζεύω το χερι μου που πάει να πεταχτεί μεχρι τη μούρη της να τη χαιρετήσει, και λέω με μπλαζέ ύφος, “Α, ναι, αφηρημένη…” Δεν το χάβει η παλιά καραβάνα (στρατιωτικό αστείο εκδίκησης) και πάω να πάρω χαρτί από το μηχάνημα. “Μέχρι το 100 εξυπηρετούν, οι άλλοι αύριο”, πετάει βελάκια στην πλάτη μου η χήρα ταξιάρχου. Κινείται ταυτόχρονα και ένας άλλος ασφαλισμένος αίλουρος προς το μηχάνημα, αλλά δε σηκώνω αστεία. Εγώ έχω πάρει ταξί στη Νέα Υόρκη από άλλους βραδιάτικα, στο κέντρο της πόλης, δεν αστειεύομαι σε θεματα προτεραιοτήτων. Παίρνω χαρτί, λέω “εγώ το 69 δεν το δείχνω, κάτι πιό σεμνό υπάρχει;” Σε λίγο, καθώς κόβω βόλτες σαν τον Σόν Κόννερυ σε περιπολία στους “Αδιάφθορους”, βλέπω ότι ένας απογοητευμένος και πεπλανηθείς έφυγε κι άφησε το 60 απάνω στο μηχάνημα.

Το παίρνω και βάζω πάνω στο μηχάνημα το 69. Μια κυρία κάτι λέει γι’ αυτούς που κόβουν χαρτάκια και τα αφήνουν και τα παίρνουν κάτι άλλοι, αλλά μετά από λίγο σταματάει γιατί είαστε στρατιά ολόκληρη (στρατιωτικό αστείο) από αλλαγμένους λαχνούς, εμείς οι εξωτερικοί ασφαλισμένοι, χωρίς διάθεση για πειθαρχία και ήθος στη μάχη. Απλά παραστρατιωτικά πλιατσικο-σωματα με πολλή τσαντίλα, οπότε το σταματάει το βιολί… Υποτίθεται ότι με τα ΑΜΚΑ, ταυτότητες, βιβλιάρια και χαρτιά γιατρών, θα ‘πρεπε να παίρνεις το παραπεμπτικό απ’ το τάμπλετ σε ντε-τε…Αλλά όοοοχι…Εδώ σε κοιτάνε. Και μετα το ΑΜΚΑ. Και μετά τη φωτογραφία σου: “ενταξει έβαλα μια προ 20ετίας…So;” τρέμω τη στιγμή που θα μου πει “ναι, αλλά…βλέπετε…το μηχάνημα…ο αριθμός…η μούρη σου…δεν ξέρω…να ρωτήσω τον προϊστάμενο…Ζαφειρούλα πού πήγε ο Βαγγέλης;” “Τώρα, έρχεται.” (μουρμουριστά) “Πήγε διάλειμμα;” “Όχι, έρχεται, εδώ για μια υπογραφή πήγε.” “Στον τμηματάρχη;” “Όχι.” “Η Λεμονίτσα το ξέρει; Μας είπε η διευθύντρια μπλα μπλα μπλα…(σε μένα) Περιμένουμε”. Ή “Περιμένετε, καθήστε λίγο, θα έρθει.” “Μα…” “Καθήστε, ΔΕΝ ΘΑ ΑΡΓΗΣΕΙ!” “μα περίμενα…” “Εντάξει, θα ξανασταθείτε στην ουρά…” Δεν το ‘χω ξαναδεί αυτό: “για κάθε λάθος στην ουρά, ξαναστέκεσαι απ’ την αρχή”, κάτι σαν “Πίστωσις δεν δίδεται” είναι γραμμένο τιμωρητικά με κεφαλαία. “Με συγχωρείτε να κάνω και 50 πους-άπς; Έτσι, χάρη σας το ζητάω. Για να μάθω η κακούργα.” Όλοι κάνουν δεξιά κι αριστερά απ’ την ετοιμόρροπη ουρά να δούν ποιά βγήκε στην αναφορά (στρατιωτική αστείο νεοσυλλέκτων) κι αρχίζει το σουμουτουψουμουρουσου στους θαμώνες που βαριόσαντε σα διαόλοι κι έιχανε μουργιελιάσει δυό ώρες στην ουρά. Περιμένοντας, με το θαυματουργό χαρτάκι στο χέρι, διαβάζω τα ονόματα και τις περιοχές των φαρμακείων στις τσάντες με τα ατελείωτα βιβλιάρια και τις συνταγές, και σκέπτομαι μισο-ναρκωμένη τον Μαρσέλ Προυστ και τα ονόματα τόπων. Για μεγαλύτερη διασκέδαση, προσπαθώ να βρω αντιστοιχίες στις ζωες όλων αυτών των απόστρατων ή των χηρών τους, με την ταινία του Λογοθετίδη. Πόσες σύζυγοι και θυγατέρες παρέμειναν πιστές και ταγμένες στο βωμό του κώδικα ηθικής μιας οικογένειας και ενός επαγγέλματος που επέβαλε μετακομίσεις και κανόνες συμπεριφοράς; Ο “Βαγγέλης” επέστρεψε και κάλεσαν πάλι την κλάση μου (‘νταξει δεν μπορώ να αντισταθώ…) στο γκισέ. Μετά τις δέουσες εξηγήσεις, και μιάμιση ώρα μετά την περήφανη είσοδό μου στην ουρά, φεύγω να πάω για την ακτινογραφία. “Ντιν-ντον” κάνει ένας πίνακας με ψηφιακά νούμερα, και βλέπω ότι “τώρα κάνει το 45”. Εγώ, στο καινούργιο χαρτάκι, έχω 98. Ατελείωτοι γέροι με γοφούς, γόνατα, κνήμες, περόνες και ό,τι άλλο μεγάλο κόκκαλο έχει ο άνθρωπος στο οπλοστάσιο (το παράκανα με τα στρατιωτικά…) της ανάγκης για την Homo Erectus εμφάνισή του, σε κακή κατάσταση, περιμένουν τη μεγάλη στιγμή τους. Μια φωτογραφία, έστω και του μυοσκελετικού συστήματος, φέρνει κάτι από περήφανη πόζα “επ’ ευκαιρία της επισκέψεως του συνταγματάρχου χχχχ στο στρατόπεδο μας…”. Τέτοια και άλλα σκέπτομαι, κι έρχεται η σειρά μου. Μεσημέρι πιά. Πεινάω. Νυστάζω. Μπαίνω μέσα. Ετοιμάζομαι και περιμένω. “Παρακαλώ, μήπως έχετε μια ποδιά; Θα ήθελα μια ποδιά για την ακτινογραφία…” “Ναι, αλλά δεν έχουμε τέτοια πράγματα εδώ. Δεν υπάρχει. Τη θέλετε την ακτινογραφία;” “Πώς…Ναι, αλλά…” “Μα τι λέτε; Δεν έχουμε ποδιές. Εδώ δεν έχουμε άλλα κι άλλα.” Με ακτινογραφεί ανφάς-προφίλ σαν κακούργο, μέσα μου έχω αρχίσει πάλι φανταστικούς διαλόγους-μονολόγους-πολυλόγους, βγαίνω και περιμένω.

Δεν είχα πόνο όταν έφτασα το πρωί. Τρεις ώρες ορθοστασία και βηματισμό αργότερα, είμαι έτοιμη για φυσιοθεραπεία και δυό αναβράζοντα παυσίπονα. Χώρια που μου φαίνεται ότι κόλλησα και συνάχι τόσες ώρες γκάχα-γκούχα ο ένας δίπλα στον άλλο. Και γέροι. Πολλοί γέροι. Τρόμαξα. Αν έμπαινε κανείς εκεί μέσα, θα πίστευε ότι αυτη η χώρα έχει μέλλον μόνο γι’ αυτούς που έχουν παρελθόν. Μεγάλο και καθόλου ένδοξο, γεμάτο υπομονή και φάρμακα.

Όλα τα κείμενα ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ