ΝΑΤΑΣΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ
Ο Τεό(ς) Ανζελό
(Αποσπάσματα από έρωτες, Γιώργος Ζαμπέτας)

Επειδή την έχω δει μαθήματα, θα υπαγορέψω το κάτωθι ποστ με στυλ μαγερικόν: λανβάνετε πέντε καντάρια ομίχλης (έχω παλιά μέτρα και σταθμά όπως ο Τσελεμεντές της γιαγιάς μου). Τα αναμιγνύετε με ογδόντα καμένες τελεοράσεις, δυό σκοτάδια κατά προτίμησιν φρέσκα, ημέρας, (οποία ποιητική αντίφαση), και τρεις έως πέντε συνταξιούχους ηθοποιούς, οι οποίοι δεν αντέχουν να γεμίζουν το κοφίνι νερό και μπορεί να σας αφήσουν χρόνου, πράγμα που είναι καλή διαφήμιση, διότι any publicity is good publicity.

Τα ανακατεύετε αργά, είπα ΑΡΓΑ!, και τα αφήνετε να βράσουν (στο ζουμί τους). Μετά, παίρνετε τρεις οκάδες μουσικό μαιντανό, τον ψιλοκόβετε, και τον σκορπίζετε πάνω απ’ τα προαναφερθέντα. Παραλλήλως, έχετε βάλει στο μπεν-μαρί δυό οκάδες και τρισύμισυ δράμια (η ακρίβεια κάνει τον γκράν μετρ), ψιλολογήματος και τελειομανίας του μηδενός, και τα σερβίρετε στις σταρήθρες, τους επονομαζόμενους και παρατρεχάμενους, κριτικούς, γιαλαντζί-διανοούμενους και φανατικούς του κωλογλυψίματος και του φιλήματος των κατουρημένων ποδιών. Ξαναπιάνετε την ομίχλη κλπ., της προσθέτετε αληθινό κρύο, γυρίσματα τα ξημερώματα, μπόλικο συμβολισμό τύπου εγώ γουέστερν ήθελα να κάνω, αλλά τελικά βάνω δυό γερόντια να κοιτιούνται, και μέγα πλήθος όπως οι Εβραίοι στην έξοδο απ’ την Αίγυπτο, να προχωράνε με καπέλα και καμπαρντίνες στο γραφικό χωριουδάκι Πέρα Σαλταπήδα Τζουμέρκων.

Τέλος, βάνεις τους πρωταγωνιστές να απαγγέλουν ο καθείς το μακρύ και το κοντό του, με στόμφο, τις αναμνήσεις απ’ τον πούστη τον εμφύλιο που να μη σώσει εκεί που βρέθηκε κι έφτιαξε καριέρες. Κι αφού ψάλλουν όλοι μαζί την Βίβλο Γενέσεως κατά Ζαχαριάδη, (Πρώτη Κόβα Αγίου Παντελεήμονα εγέννησε Παπαρήγα, Τρίτο Συνέδριο Ζαχάρως των οπλαρχηγών εγέννησε αντάρτικο παραπόταμου και καπετάν-Μιλτιάδη κ.ο.κ.), βγάνεις και το μεγάλο εύρημα, τις ομπρέλες, που ‘χει γίνει και μούλια ο κόσμος που τους έχεις βγάνει όξω Φλεβάρη μήνα, για να πάθουνε περιπλεγμονία και να λένε “εγώ το ‘παθα γκουχ γκουχ στου Αγγελόπουλου” , “κι εγώ μπαρμπα-Μανώλη, γκαχ γκαχ, από κει έχω τη φθίση”, στο καφενείο του χωριού, μετά που θα φύγουνε τα συνεργεία και θα μείνουνε οι κομπάρσοι χωριανοί με ξεθαμένες τις αναμνήσεις και τους νεκρούς. Α, ναι, θα μείνουνε και καμιά εκατοστή εισιτήρια (οι θεατές-ταγάρια), το ατιμώρητο ρίσκο (τα bonds υψηλού κινδύνου) του Ε.Κ.Κινηματογράφου, και οι τελειωμένες καριέρες των πρωταγωνιστών.

Όλα τα κείμενα ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ