ΝΑΤΑΣΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ
Συναλλαγές με το δημόσιο
(Pump up the volume, M.A.R.S.)

Πάω στην εφορία πρωινιάτικα για τον κλειδάριθμο, που ήδη με αγριεύει ως όρος και μου φέρνει σε H.P. Lovecraft, ότι δηλαδή έχουνε έρθει οι Κ’θούλου, κι άμα δεν έχεις αυτό το μυστήριο πράμα θα σου φάνε τα ποδάρια σαν τον καρχαρία, και μπαίνω στο κτίριο.

Τεχνηέντως ζμπρωχνόμαστε με άλλους καμιά κοσαριά ιδρωμένους και ασθμαίνοντες, δήθεν “δε σας κατάλαβα”, για μια θέση της προκοπής στο ασανσέρ, ήτοι, να μπεις τελευταίος και να βγεις πρώτος για να κόψεις το νήμα στην ποδιά του υπάλληλου. Το ασανσέρ αργεί, πολύ σαλίγκαρος μιλάμε, και το κόβω ποδαράτα στον τρίτο, λέω θα πάω πριν απ’ τους άλλους, πονηρός ο βλάχος, θα τερματίσω και θα παίξει κι η μουσική του Βαντζέλις στην είσοδό μου. Θα πω “δώσε μου τον κλειδάριθμο κυρία” με ύφος Νίκου Ξανθόπουλου, και θα φύγω περήφανα. Φτάνω στον τρίτο, και βλέπω την ουρά. Μέχρι έξω. Και ψελλιζω, “εδώ…” και με αγριοκοιτάνε “ΝΑΙ!!!”. Πάω στην υπάλληλο, αφού ανακοινώνω προς όλους που μου σφυρίζουνε με ύφος κακιασμένο “δεν έχει νούμερα! δεν έχει νούμερα!”, “εμείς είμαστε απ’ τις έξι”, “τράβα και θα δεις”, “με συγχωρείτε, δεν παίρνω τη θέση κανενού, να αρωτήξω θέλω”. Και ακολουθεί η σουρεάλ διαπίστωση της ημέρας:
-Καλημέρα σας, πώς θα πάρω κελιδάριθμο; -Δουλεύω κυρία μου… -(πετάγεται η εξυπηρετούμενη σαν το πορδοβούλωμα) Αφήστε να εξυπηρετηθώ εγώ που εξυπηρετούμαι, και μετά ρωτάτε!
-(λέω) Επειδή είμαι με το παιδάκι μου εδώ, να ρωτήσω, ένα λεπτό…
-Τι θέτε κυρία μου; Κλειδάριθμο…
-Δεν υπάρχουν νούμερα!
-Μα…
-Ναι;
-Θα περιμένω.
-Μέχρι πότε;
-Μέχρι το μεσημέρι.
-Μέχρι τι ώρα το μεσημέρι;
-;;;;
-Σας ρωτάω: μέχρι τι ώρα το μεσημέρι;
-Δεν ξέρω… μέχρι…
-Το ξέρετε κυρία μου, ότι μόλις τελειώσει το ωράριό μας εμείς φεύγουμε; Πάμε σπίτια μας!
-Το ξέρω.
-Ε τότε εσείς πώς θα περιμένετε; Εμείς θα φύγουμε. Ποιός θα σας εξυπηρετήσει;
-…………………………………
-Γι’ αυτό σας λέω: μέχρι τι ώρα θα περιμένετε;;;

Αχ, λέω, ας με τσιμπήσει κάποιος, έστω και η χοντρή που με αγριοκοιτάει, διότι δεν μπορεί να ακούω αυτά που ακούω. Η μέρα συνεχίζεται χαρούμενα στο ΚΕΠ. Όπου κανένας δε σου λέει ότι η εξουσιοδότηση δε χρειάζεται ουρά. Συμπληρώνεις την αίτηση και τη δίνεις. Παίρνω χαρτάκι “γενικά θέματα.” Μετά από λίγο υποπτεύομαι ότι κάτι δεν πάει καλά. Πλησιάζω τον αξύριστο παχουλό πίσω απ’ το γκισέ.
Έχει ανοίξει ένα στόμα-πηγάδα απ’ το χασμουρητό, και κάθεται άπρακτος και αδρανής, ενώ υπάρχουν ουρές. Τρεις υπάλληλοι δεν κάνουν το παραμικρό, απλά κοιτάνε τα ζώα που μπαίνουν και πάνε να στηθούν στις καρέκλες.

-Για την εξουσιοδότηση στα “γενικά θέματα;”
Δε μιλάει, με κοιτάει, έχει πολύ μεγάλες βλεφαρίδες. Ανοίγει τα μάτια και ανεβάζει τα φρύδια σε ένδειξη “όχι”. Ξαναρωτάω. Ξανα-απαντάει με τον ίδιο τρόπο.
-Να πάρω χαρτάκι για την άλλη ουρά;
Ανοιγοκλείνει τα μάτια του. Πιο σφιχτά, σε ένδειξη “ναι”. Ξαναρωτάω για να τον κουράσω. Ξανακλείνει τα βλέφαρα με τον ίδιο τρόπο. Ανακοινώνει στους διπλανούς: “Πάω για νερό.” Φεύγει. Παίρνω χαρτί, κάθομαι, περιμένω. Μετά από δέκα λεπτά, τον στέλνουν να εξυπηρετήσει. Κάτι λέει με μια μαύρη κοπέλα. Εκείνη στο τέλος λέει: “Ναι, τελικά η Μάλικα και η Μαρία είναι το ίδιο.” Της απαντάει με το χαμόγελο που έκανε τη μάνα του να τον ταίζει και τρίτο πιάτο κρέμα: “Το ίδιο; Δηλαδή… Κώστας και Βασίλης είναι το ίδιο;” Η κοπέλα φεύγει. Ο τύπος μένει και κοιτάζει ευχαριστημένος ίσια μπροστά. Πίσω μου δύο μιλάνε μεταξύ τους, δεν εξυπηρετούν. Πάω και ρωτάω: “Για εξουσιοδότηση…κλπ., κλπ.” “Εδώ σε μένα”, λέει ο ένας, λιγάκι ενοχλημένος, αλλά καλού-κακού, σου λέει ας την εξυπηρετήσω μην αρχίσει τα παράπονα. “Συμπληρώστε το έντυπο και δώστε το μου. Μα γιατί περιμένατε και δεν ήρθατε κατευθείαν να σας εξυπηρετήσω;;;” Του κάνω κι εγώ με τα μάτια γουρλωτά και τα φρύδια ανεβασμένα: “δεν ξέρω κοπρίτη…” Καταλαβαίνει μόνο τις πρώτες δύο λέξεις. Στη μιμική των ματιών, το κοπρίτης μένει δυστυχώς αμετάφραστο.

Όλα τα κείμενα ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ