ΝΑΤΑΣΣΑ ΧΑΣΙΩΤΗ
Έχω πάλι απορίες…
(Hung up, Madonna)

Πας στη ΔΕΗ και λες υπάρχει λάθος στο λογαριασμό, αφαιρέστε μου, αυτό κι εκείνο, να πάω να πληρώσω. Κάνει ότι δεν καταλαβαίνει, “τι εννοείτε, δεν σας καταλαβαίνω, δηλαδή τι θέλετε να πείτε κυρία μου”, κι αισθάνεσαι σαν τον Παπαγιαννόπουλο στη Σωφερίνα, που λέει στη “Λιλή” -η οποία αποφεύγει να απαντήσει με ένα “τι είπατε;”- “τι είπατέ, έλα Παναγία μου…” Επαναλαμβάνεις με δύο διαφορετικές συντακτικές δομές την πρόταση, και εναλλακτικό λεξιλόγιο, το ένα σε πιο αργό ρυθμό από το άλλο, ώστε να βοηθήσεις τα καμένα εγκεφαλικά κύτταρα του “τι είπατέ”. Του χαμογελάς κιόλας. Ενώ θα ‘θελες να αμολύσεις τη νυχτερίδα-pet-βαμπίρ να του δαγκώσει το σβέρκο.

Του λες -δηκτικά- ότι και το χαράτσι. Ότι υπάκουσες ο νομοταγής. Ότι οφείλει να σε εξυπηρετήσει, υπονοείς. Με χαμόγελο. (Κι η νυχτερίδα στην τσάντα έτοιμη.) Το κοιτάει ξανά το χαρτί που του έδειξες, τσαντισμένος. Ψάχνει εναλλακτικές, πώς να σε κάνει να το βουλώσεις. Αχνοφαίνεται στα δικά του μάτια η διάθεση να σε πλακώσει στις φάπες που πρέπει να σε εξυπηρετήσει και στα δικά σου μάτια αχνοφαίνεται η χαιρεκακία που λέει “πήγα να σε συμπαθήσω δημόσιε υπάλληλε, αλλά δε μου αφήνεις περιθώρια, που να δουλεύεις με μισθό Αγκόλας επί Πορτογάλων, και να σε κυνηγάει ο “Νεγκορό” ο δουλέμπορος απ’ το “Δεκαπενταετή πλοίαρχο”.)

Σου βγάζει το λάδι και το λάθος ποσόν απ’ το λογαριασμό, του λες -για να ανάψουν υπογείως τα αίματα- “είδατε; αυτό έλεγα κι εγώ απ’ την αρχή!” Θέλει να σε πλακώσει στις γρήγορες. Δεν μπορεί, και λέει, “Ναι αλλά υπάρχει κι άλλος λογαριασμός κυρία μου.” Μένεις πάλι κάγκελο. Ποιός λογαριασμός; “Του…Ιουνίου, που τρέχει τώρα”, λέει ο κάγκουρας, που άφησε νωρίτερα μια ουρά μεγαλύτερη κι απ’ του κερκοπίθηκου να περιμένει σύξυλη επειδή είχε ξεχάσει τη σφραγίδα του και τα στυλό σε άλλο όροφο!!! (“Να σας δώσω το δικό μου στυλό;” είπε η σεκιουριτού. “Όχι, άσε θέλω τα δικά μου (sic) και έχω ξεχάσει και τη σφραγίδα…”, είχαμε ακούσει όλα τα μουλάρια που έστεκαν όρθια, τον εν λόγω κύριο να απαντάει. Ζωχάδας και μόλις απ’ τον καφενέ, ενώ εμείς περιμέναμε να πλερώσουμε για να μαυροπιούμε της παρηγοριάς μετά…) Και τι μου το λέτε; Του Ιουνίου, όταν βγει θα μου τον στείλετε, λες εσύ με χαμόγελο σαν να μην κατάλαβες -για να του κάνεις ηλεκτροσόκ. Σου πετάει το λογαριασμό. Θα ήθελε στα μούτρα να στον τρίψει, αλλά τον πετάει κάτω απ’ το γκισέ. Ευχαριστώ για την εξυπηρέτηση του λες, κι από πίσω γελάει το άπαν σύμπαν: γιαγιάδες κατάκοιτες με τον ορό και τη Βουλγάρα, μετανάστες που ρωτάνε “αυτό είναι το ουρά;”, θείτσες που λένε “μα πώς έφτασε ο λογαριασμός 375 ευρώ αφού είναι άδειο το σπίτι;”, κάτι ψηλοί μηχανόβιοι που ζμπρώχνουνε “έλα μη μιλάμε, να προχωράμε”, μια κοκκαλιάρα με παντελόνι που έχει γραμμένο στα επίμαχα σημεία “sex”, συνταξιούχοι που μυρίζουνε τα ρούχα τους ναφθαλίνη και το δέρμα τους φορμόλη…Καλημέρα σας!

Όλα τα κείμενα ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ